Hellix Aspersa Muller

Η Βιολογία του Helix Aspersa

Helix Aspersa Muller 1

Helix Aspersa Muller (1)

Helix Aspersa Muller 2

Helix Aspersa Muller (2)

Helix Aspersa Muller (3)

Helix Aspersa Muller (3)

Στον κατάλογο Ευρωπαϊκών ειδών χερσαίων Μαλακίων (CLECOM, 2001 edition Bank etal., 2001) το είδος αναφέρεται ως Cornu aspersum aspersum (Müller, 1774) και εντάσσεται δηλαδή στο γένος Cornu Born, 1778. Για πρώτη φορά, το είδος περιγράφηκε ως Helix Aspersa από τον O. F. Müller το 1774.  Το Helix Aspersa στα λατινικά σημαίνει «διάστικτο σαλιγκάρι».

Το όνομα Helix Aspersa διατηρείται σε πολλές επιστημονικές αναφορές και ειδικά σε επίπεδο ζωοτεχνικό και εμπορικό. Κοινά ονόματα του είδους είναι Escargot petit gris στα γαλλικά, Brown garden snail στα αγγλικά και στην Ελλάδα Κρητικός κοχλιός.

Το κέλυφος των ώριμων ατόμων μπορεί να φτάσει στα 30 mm ύψος και στα 35,5mm διάμετρο. Το σχήμα του είναι κωνικοσφαιρικό και κυρτό στην κορυφή.

Περιελίσσεται δεξιόστροφα γύρω από έναν κεντρικό άξονα, τον στυλίσκο, σχηματίζοντας 4-5 σπείρες χωρίς να σχηματίζει ομφαλό. Το χρώμα και το πάχος του ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία του ζώου και το περιβάλλον. Συνήθως, είναι κιτρινοκάστανο και παρεμβάλλονται σκούρες ζωνώσεις που ποικίλουν σε αριθμό και πλάτος.

Το είδος αυτό προτιμά υγρές περιοχές με ήπιο κλίμα, ελαφρύ έδαφος και χαμηλό υψόμετρο, αν και μερικές φορές συναντάται και σε υψόμετρο 1000 m (INPN, 2007). Απαντά σε ένα ευρύ φάσμα βιοτόπων, συμπεριλαμβανομένων των κήπων, των πάρκων, των αγρών, των διαχωριστικών φρακτών και των δασών. Προτιμά τα ασβεστούχα εδάφη για τη λήψη ασβεστίου το οποίο είναι απαραίτητο για την κατασκευή του κελύφους του και την αναπαραγωγική δραστηριότητα (Ports, 1975).

Επίσης οικολογικές μελέτες έχουν αποδείξει τη συσχέτιση της δομής και της χημικής σύστασης του εδάφους με τη γεωγραφική εξάπλωση και την αφθονία των σαλιγκαριών. Οι κυριότεροι παράγοντες είναι η περιεκτικότητα του εδάφους σε άργιλο και άμμο, το pH, η οργανική ύλη καθώς και η περιεκτικότητα του εδάφους σε ασβέστιο – ανθρακικά άλατα και μαγνήσιο (Hermida et al., 2000).

Το H. aspersa αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα είδη «εποικιστών» μεταξύ των χερσαίων γαστερόποδων, κάτι που αποδίδεται στην εξαιρετική του προσαρμοστικότητα η οποία είναι απόρροια του βιολογικού του κύκλου και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του αναπαραγωγικού του συστήματος, όπως π.χ. το πολλαπλό ζευγάρωμα (Selander and Kaufman, 1975: Madec and Daguzan, 1993). Το συγκεκριμένο είδος, όπως και όλα τα χερσαία γαστερόποδα, είναι ερμαφρόδιτο και υποχρεωτικά ετερογονιμοποιούμενο (Koene and Chase, 1998a).

Η αναπαραγωγική περίοδός του στις περιοχές της Μεσογείου, λαμβάνει χώρα αργά την άνοιξη ή νωρίς το καλοκαίρι (Ports, 1975). Στην Ελλάδα το είδος αυτό εμφανίζει και μια αναπαραγωγική περίοδο το φθινόπωρο (Lazaridou et al., 1983). Στη φύση, συνήθως, απαιτούνται ένα έως δύο χρόνια αύξησης για να φθάσουν στην ωριμότητα (Basinger, 1931: Dekle and Fasulo, 2002).

Πηγή: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Σχολή Γεωπονικών Επιστημών Τμήμα Γεωπονίας Ιχθυολογίας & Υδάτινου Περιβάλλοντος

Comments are closed.